διεξικνέομαι
διεξικνέομαι, arrive at
διεξ-ικνέομαι,
- arrive at, εἰς . . Plb. 10.29.3.
llegar
ἕως εἰς τὰς ὑπερβολὰς διεξίκοιτο τοῦ Λάβου
δι·εξικνέομαι-οῦμαι (ao. 2 opt. 3 sg. -ίκοιτο) parvenir, avec εἰς et l’acc. Pol. 10, 29, 3.
διεξικνέομαι, (ἱκνέομαι), durch- u. hinkommen, εἴς τι, Pol. 10.29.3.