διεξοδευτικός
διεξοδευτικός, giving issue
διεξ-οδευτικός, ή, όν,
- giving issue, ποταμῶν δ. ἀφέσεις εἰς θάλατταν EM 692.52.
que da salida
ποταμῶν διεξοδευτικαὶ ἀφέσεις εἰς θάλατταν
διεξοδευτικός, abführend, EM. p. 692.52.