Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διοπλήκταν
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Διονυσοπλάτων
Διονυσοποιητής
Διονυσόπολις
Διονυσοπολίτης
Διόνυσος
Διονυσοτροφικός
Διονυσοφάνης
Διονυσοφόροι
διόνυχος
διοξεῖα
διοξειῶν
δίοξος
διόπαι
Διόπαις
Διόπαν
Διοπάτρη
Διοπείθης
Διόπεμπτος
διόπεμπτος
διόπερ
Διοπετής
διοπετής
Διοπεύς
διοπεύω
διόπη
Διόπη
Διοπιθοῦσα
Διοπίτης
Διοπλήθης
διοπλῆκτα
διοπλήκταν
διοπλήξ
διοπλίζομαι
διοποβάλσαμον
Διοπολ-
διοπομπέομαι
διοπομπή
διοπόμπησις
Διόπομπος
διόπομπος
δίοπος
διοπτάνω
διοπτάω
διοπτεία
διόπτειρα
διόπτευσις
διοπτευτήριον
διοπτεύω
διοπτήρ
διόπτης
διοπτικά
διοπτικός
διόπτιον
διόπτομαι
δίοπτος
διόπτρα
διοπτρεία
διοπτρίζω
διοπτρικός
διόπτριον
διόπτρισις
…
διοπλήκταν
Save
LSJ
διοπλήκταν (prob. l.)
· ἰσχυροπλήκτην,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}