Διοπετής
Διοπετής, that fell from Zeus
Διοπετής, ές,
- that fell from Zeus, ἄγαλμα E. IT 977; Παλλάδιον D.H. 2.66; πέλτη Plu. Num. 13, cf. D.H. 2.71; ὄρνις Alciphr. 3.59; Μένιππος Luc. Icar. 2; οἰκίαι, i. e. ‘taboo’, Aristopho 3; διοπετές (sc. ἄγαλμα), τό, Act.Ap. 19.35.
Διοπετής
Διο-πετής, ές
πίπτω
- that fell from Zeus, Eur.