διορυγή
διορ-ῠγή, ἡ,
- = διωρυχή, LXX Je. 38(31).9.
1 excavación esp. c. propósito de saqueo o profanación
τειχῶν
ἡ τοῦ τάφου δ.
la violación de la tumbaοὐκ ἔστι τυμβωρυχία ἡ τοῦ κενοταφίου δ.
2 cárcava, torrentera
αὐλίζων ἐπὶ διορυγὰς ὑδάτων
διορυγή, v. διωρυχή.
διορυγή, ἡ, der Graben, Sp., s. διωρυχή.