διφαλαγγάρχης
διφαλαγγάρχης, leader of a διφαλαγγαρχία
δῐφᾰλαγγ-άρχης, ου, ὁ,
- leader of a διφαλαγγαρχία, Suid.
διφαλαγγάρχης, ὁ, Befehlshaber von zwei Phalangen, 8192 Mann, Suid.
διφαλαγγάρχης, leader of a διφαλαγγαρχία