διωρύγιον Save LSJ DGE διωρύγιον [ῠ], τό, Dim. of διῶρυξ, PLond. 1.131r633 (i A. D.). διωρύγιον -ου, τό canalillo, canal pequeño para el riego τὸ ἀπὸ βορρᾶ τοῦ λάκκου δ. SB 9699.633 (I d.C.), cf. 4755.11 (biz.).