διόλου
διόλου, altogether
- altogether, Phoc. 2 A, Arist. Po. 1459b16, etc.; of Time, always, LXX 1 Ma. 6.18, AP 5.157 (Asclep.), Lyr.Alex.Adesp. 37.5, Ev.Jo. 19.23, etc.
1 sent. espacial, a veces c. matiz modal por completo, por entero
ἀναγνώρισις γὰρ δ.
es anagnórisis por entero dicho de la Odiseaδ. μὲν γὰρ ὢν ὁ κόσμος πυρώδης
χρόνος ... εἰς πέρατα δ. ... ἀναλυόμενος
ἐφρόντισεν δὲ ὁμοίως καὶ ὑπὲρ τῶν γινομένων δ. ... ἀργυρικῶν ζημιῶν
μήτε γάμον, μήτε τέκνον δ. ἴσχοι
λεπτὸν ἦν δ.
(la herida) era leve en todas partesἑαυτῷ συγγιγνόμενος δ.
τοὺς δὲ κακοὺς δ. πάντας ἀποστρέφομαι
εἰς νότον δ. ἕως τοῦ τοίχου
2 temp. siempre
ταῦτ' ἐστὶ δ.
δ. ... φίλει με
οὐκ ἔχομεν δ. τὸν λόγον ... εἰπεῖν
ἀτενὲς δ. βλέποντες
οὐκ ἐπαύσατο μανιῶν δ.