δυσάνολβος
δῠσ-άνολβος, ον, strengthd. for ἄνολβος, Emp. 124.
desafortunado
θνητῶν γένος
δυσ·άνολβος, ος, ον [ῠᾰ] tout à fait malheureux, Empéd. (Clém. Str. 3, 14).
Étym. δ. ἄνολβος.
δυσάνολβος, sehr unglücklich, Empedocl. 352.