δυσεξημέρωτος
δυσεξημέρωτος, hard to tame
δῠσεξ-ημέρωτος, ον,
- hard to tame, Plu. Art. 25.
difícil de amansar
δυσ·εξημέρωτος, ος, ον [ῠ] difficile à apprivoiser, Plut. Artax. 25.
Étym. δ. ἐξημερόω.
δυσεξημέρωτος, schwer ganz zu zähmen, θηρία Plut. Artax. 25.
δυσεξημέρωτος
δυσ-εξημέρωτος, ον
ἐξημερόω
- hard to tame, Plut.