Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δυσμόρως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δύσμετρος
δυσμεύω
δυσμή
δύσμη
δύσμηνις
δυσμηνίτης
δυσμήνιτος
δυσμήτηρ
δυσμήτης
δύσμητις
δυσμήτωρ
δυσμηχανέω
δυσμήχανος
δυσμιαῖος
δυσμιγής
δυσμικός
δύσμικτος
δυσμίκτως
δυσμίμητος
δυσμίσητος
δυσμνημόνευτος
δυσμογέω
δυσμόθεν
δυσμοιρία
δύσμοιρος
δυσμορία
δύσμορος
δυσμορφής
δυσμορφία
δύσμορφος
δυσμόρως
δυσμός
δύσμουσος
δυσμόχλευτος
δυσνεφής
δυσνίκητος
Δυσνίκητος
δύσνιπτος
δύσνιφος
δυσνοέω
δυσνόητος
δύσνοια
δυσνομία
δυσνομίη
δύσνομος
δύσνοος
δύσνοστος
δύσνοστος νόστος
δυσνουθέτητος
δύσνους
δυσνύμφευτος
δύσνυμφος
δύσξενος
δυσξήραντος
δυσξυ
δυσξύμβλητος
δυσξύμβολος
δυσξυμβούλευτος
δυσξύνετος
δυσξύνθετος
δύσογκος
…
δυσμόρως
Save
Bailly 2024
δυσμόρως,
adv.
malheureusement,
Eschl.
Sept.
837
conj.
Étym.
δύσμορος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}