δύσκλεια
δύσκλεια, ill-fame, an ill name, infamy
- ill-fame, infamy, S. Fr. 188, E. Med. 218, Th. 3.58, Pl. Lg. 663a, etc.; ἐπὶ δυσκλείᾳ tending to disgrace them, S. Aj. 143 (anap.).
- II ingloriousness, D. 60.24.
mala fama, deshonra, ignominia
δ. γυναικός
op. εὔκλεια
μεγάλοι θόρυβοι κατέχουσ' ἡμᾶς ἐπὶ δυσκλείᾳ
φιλεῖ γὰρ ἡ δ. ... νικᾶν ἐπ' αἰσχροῖς
οἱ δ' ... δύσκλειαν ἐκτήσαντο καὶ ῥᾳθυμίαν
τῷ τ' Εὐρώτᾳ δ.
δ. ... βαρβάρων λεχέων
δ. ἐς ἀεί
τὴν δύσκλειαν αὐτοῦ ἀφανίσαι
op. κλέος τε καὶ ἔπαινος
ἐν σκότει καὶ πολλῇ δυσκλείᾳ
οἱ δὲ ἀνδρογύνων ... δύσκλειαν οἴσονται
δυσκλείας γέμοντα βίον
τὴν προσπεσοῦσαν δύσκλειαν ... τῷ στρατῷ
ἡ δ. ἡ ἐν αὐτῷ ... συμβᾶσα
δ.· ἡ ἀδοξία
a) böses Gerücht, Soph. Aj. 143, Schol. κακὴ φήμη.
b) Schande ; Eur. Med. 218 ; Plat. Legg. II.663a u. Sp., wie Plut. Cat. min. 73.
c) Unberühmtheit, neben σκότος Dem. 60.24.
- ill-fame, an ill name, infamy, Eur., Thuc.; ἐπὶ δυσκλείᾳ tending to disgrace him, Soph.