εἰρηνοποιός
εἰρηνοποιός, a peace-maker
- peace-maker, X. HG 6.3.4, Ev.Matt. 5.9, Corn. ND 23, Plu. Nic. 11.
- II pl., = Lat. Fetiales, Id. Aet.Gr. 2.279b.
pacificador, mediador de paz
ὅταν δὲ ἡσυχίας ἐπιθυμήσῃ, εἰρηνοποιοὺς ἡμᾶς ἐκπέμπει
cuando (la ciudad) ansía calma, nos envía como negociadores de pazτῶν λεγομένων Φιτιαλίων, Ἑλληνιστὶ δ' οἷον εἰρηνοποιῶν καὶ σπονδοφόρων
• que promueve la paz, que trae la paz
θεός
μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ θεοῦ κληθήσονται
εἰ. τοῦ κόσμου
τῆς οἰκουμένης
ὁ εἰρηνικὸς καὶ εἰ. κύριος ἡμῶν
τὸ ἐμψύχων δὲ ἀπέχεσθαι ... εἰρηνοποιόν
abstenerse de (comer) seres vivos favorece la pazὅταν εἰς συμφωνίαν ... ἄγωσιν τοὺς διεστηκότας τῇ προαιρέσει, εἰρηνοποιοί εἰσιν
ἡ εἰ. σου καὶ θεοσεβής εὐσέβεια
• partidario de la paz
op. πολεμοποιός
2) = εἰρηνικός, NT.
Strong 1518
*
peace-making, a peacemaker: Mt 5:9†
- a peace-maker, Xen.