εἰσβατός
εἰσβατός, accessible
εἰσ-βᾰτός, ή, όν,
- accessible, τῇ τόλμῃ Th. 2.41.
*εἰσβατός, anc. att. ἐσβατός, ή, όν [ᾰ] accessible, Thc. 2, 41.
Étym. εἰσβαίνω.
εἰσβατός, zugänglich, Thuc. 2.41.
εἰσβατός
εἰσβᾰτός, ή, όν
εἰσβαίνω
- accessible, Thuc.