εἰσελαστικός
εἰσελαστικός, celebrated by a triumphal entry
- celebrated by a triumphal entry, ἀγῶνες εἰ. CIG 2932 (Tralles), 3426 (Philadelphia), IGRom. 3.370 (Adada), cf. Plin. Ep. 10.118; ἱεροὶ εἰ. [ἀγῶνες] Ath.Mitt. 26.239 (Tralles).
agon. que incluye entrada o recepción triunfal del vencedor al volver a la patria (cf. νικήσας ἀγῶνας ἱεροὺς [εἰσ]ελαστικούς μγ
ἀγωνοθέτης τῶν μεγάλων ἱερῶν εἰσελαστικῶν εἰς ἅπασαν τὴν οἰκουμένην ἀγώνων πρώτων Πυθίων
τὰ μεγάλα ἱερὰ ἰσελαστικὰ Ἐφέσηα
μέγας γὰρ ἀγών εἰ. ἔσται εἰς πόλιν οὐράνιον