εἶαρ Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape εἶαρ, εἰᾰρινός, v. ἔαρ (A and B), ἐαρινός. εἶαρ v. 1 ἔαρ y 2 ἔαρ. εἶαρ, v. ἔαρ 1 et 2. εἶαρ, τό zie ἦρ. εἶαρ, p. = ἔαρ.