εὐδέψητος
εὐδέψητος, well-tanned
εὐδέψητος, ον, (δεψέω)
- well-tanned, δέρματα Hp. Art. 30 (Sup.), cf. Gal. 18(1).436.
εὐ·δέψητος, ος, ον, bien corroyé, Hpc. 797e (sup. -ότατος).
Étym. εὖ, δεψέω.
εὐδέψητος, wohl gegerbt, δέρματα εὐδεψητότατα, Hippocr.