εὐθρυβής Save LSJ Bailly 2024 Pape εὐθρῠβής, ές, = εὔθρυπτος I, Dsc. 1.70, 5.124. εὐ·θρυβής, ής, ές [ῠ] c. le suiv. Diosc. 1, 90 ; 5, 142, 144. Étym. εὖ, θρύπτω. εὐθρυβής, ές, = εὔθρυπτος, Diosc.