εὐθύτομος
εὐθύτομος, cut straight, straight
εὐθῠ-τομος, ον,
- cut straight, straight, ὁδός Pi. P. 5.90.
εὐθύ·τομος, ος, ον [ῠ] coupé droit, direct, Pd. P. 5, 90.
Étym. εὐ. τέμνω.
εὐθύτομος, gerade geschnitten, gerade, ὁδός, Pind. P. 5.84.
εὐθῠτομος, -ον
- 1straight cut εὐθύτομον τε κατέθηκεν Ἀπολλωνίαις ἀλεξιμβρότοις πεδιάδα πομπαῖς ἔμμεν ἱππόκροτον σκυρωτὰν ὁδόν (εὐθύτονον e Σ coni. Er. Schmid) P. 5.90