εὐιακός
εὐιακός, Bacchic
εὐιακός, ή, όν,
- Bacchic, θίασοι APl. 16.289:—fem. εὐιάς, άδος, AP 9.603 (Antip.); οἴνη IG 3.779.
εὐιακός, (εὔϊος), bacchisch, θίασοι, Ep.adesp. 353 (Plan. 289).
εὐιακός
εὐιᾰκός, ή, όν
- Bacchic, Anth.: fem. εὐιάς Anth.