εὐκόμης Save LSJ Bailly 2024 Pape εὐκόμης, ου, ὁ, (κόμη) = εὔκομος, Poll. 2.2], 5.83, Max.Tyr. 3.8. εὐ·κόμης, ου, adj. m. c. εὔκομος, M. Tyr. 4, 53. εὐκόμης, ὁ, schönhaarig, Poll. 2.24 ; Max.Tyr.