εὐλαμπής
εὐλαμπής, bright-shining
εὐλαμπής, ές,
- bright-shining, Max. 582, Max.Tyr. 17.10 (Sup.); ὀφθαλμοί Adam. 1.8; τὸ εὐ. ib. 19:—also εὔλαμπρος, ον, v.l. for εὔχαλκος in Antiph. 208.2.
εὐ·λαμπής, ής, ές, brillant, Max. π. κατ. 582 ||
Sup. -έστατος, M. Tyr. 17.
εὐλαμπής, ές, = εὔλαμπρος, Max.Tyr.