εὔλειμος
εὔλειμος, ον, = sq., E. Ba. 1084 codd. (prob. ὕλιμος).
εὔ·λειμος, ος, ον, c. le suiv. Eur. Bacch. 1084.
εὔλειμος, = εὐλείμων, Eur. Bacch. 1084, νάπη.
εὔλειμος
εὔ-λειμος, ον
= εὔλεκτρος, Eur.