εὐρυφαρέτρας
εὐρυφαρέτρας, with broad quiver
εὐρυ·φαρέτρας, ου [ῠᾰᾱ] adj. m. au large carquois, Pd. P. 9, 27.
Étym. εὐ. φαρέτρα.
εὐρῠφᾰρέτρας
- 1with broad quiver epith of Apollo. εὐρυφαρέτρας ἑκάεργος Ἀπόλλων P. 9.26 τὸν εὐρυφαρέτραν ἑκαβόλον Pae. 6.111 εὐρυφάρετρʼ Ἄπολλον fr. 148.