εὐταπείνωτος Save Bailly 2024 Pape εὐ·ταπείνωτος, ος, ον [ᾰ] facile à humilier, Syn. 277. Étym. εὖ, ταπεινόω. εὐταπείνωτος, leicht zu demütigen, Synes.