εὐχαιτίας Save LSJ Bailly 2024 Pape εὐχαιτίας, ου, ὁ, v.l. for foreg., D.S. 20.54. εὐ·χαιτίας, ου, c. le préc. DS. 20, 54 dout. εὐχαιτίας, = εὐχαίτης, v.l. bei DS. 30.54.