ζώμευμα
ζώμευμα, soup
ζώμ-ευμα, ατος, τό,
- soup, ζωμεύματα put by way of joke for ὑποζώματα νεώς (v. ὑπόζωμα fin.), Ar. Eq. 279.
ζώμευμα, ατος (τὸ) jus, bouillon, par confusion comique avec ὑποζώματα, Ar. Eq. 279.
Étym. ζωμεύω.
ζώμευμα, τό, Brühe, bei Ar. Eq. 279 mit kom. Anspielung auf ὑπόζωμα.
ζώμευμα, ατος, τό,
- soup, ζωμεύματα put by way of joke for ὑποζώματα νεώς, Ar. from ζωμεύω