θαρσήεις
θαρσ-ήεις, εσσα, εν,
- = θαρσαλέος, Call. Hec. Fr. 260.5 Pf. [updated ref.], Nonn. D. 13.562.
θαρσήεις, ήεσσα, ῆεν, hardi, résolu, Nonn. D. 13, 562.
Étym. θάρσος.
θαρσήεις, εσσα, εν, poet. = θαρσαλέος, Nonn. D. 13.562.