θεμιτώδης
θεμιτώδης, oracular
θεμῐτ-ώδης, ες,
- oracular, Orac. ap. Eus. PE 5.16.
θεμιτώδης, ης, ες [ῐ] prophétique, Oracl. (Eus. P.E. 5, 16).
Étym. θεμιτός, -ωδης.
θεμιτώδης, ες, = θεμιστός, Orac. bei Euseb. praep.ev. 5.16.