θεοπληγής Save LSJ Bailly 2024 Pape θεο-πληγής, ές, v. -πλήξ. θεο·πληγής, ής, ές, frappé par Dieu, Syn. 119d. Étym. θ. πλήσσω. θεοπληγής, ές, von Gott geschlagen, Synes.