θεσμοθέτις
θεσμοθέτ-ις, ιδος, ἡ,
- = θεσμοφόρος, title of Demeter, Corn. ND 28; of Isis, Hymn.Is. 20.
θεσμο·θέτις, ιδος (ἡ) fém. du préc. Corn. 28.
θεσμοθέτις, ιδος, ἡ, die Gesetzgeberin, Demeter, Cornut. 28.