θεσπεσίως
θεσπεσίως, adv. d’une manière extraordinaire, Il. 15, 637.
Étym. θεσπέσιος.
θεσπεσίως
[adv. fr. θεσπέσιος.]
= θεσπέσιος. 4.b: θ. ἐφόβηθεν (in panic rout) Il. 15.637.
[adv. fr. θεσπέσιος.]
= θεσπέσιος. 4.b: θ. ἐφόβηθεν (in panic rout) Il. 15.637.