θετήρ Save LSJ Bailly 2024 Pape θετήρ, ῆρος, ὁ, EM 177.24;= τολμητής, πράκτης, Hsch.: pl., etym. of θεοί, Corn. ND 1. θετήρ, ῆρος (ὁ) c. le suiv. Corn. 1. θετήρ, ῆρος, ὁ, = θέτης, Sp., VLL.