Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θρᾶττα
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Θρασύμηλος
θρασύμητις
θρασυμήχανος
θρασύμυθος
Θρασυνία λίμνη
θράσυνος
θρασύνω
θρασυξενία
θρασύπονος
θρασυπτόλεμος
θρασύς
θρασύσπλαγχνος
θρασυσπλάνχνως
θρασυστομέω
θρασυστομία
θρασύστομος
θρασύτης
θρασύτολμος
θρασύφρων
θρασυφωνία
θρασύφωνος
θρασυχάρμης
θρασύχειρ
θρασυχειρία
Θρασώ
θρασώ
Θράσων
Θρασωνίδης
Θρᾷττα
θρᾷττα
θρᾶττα
θράττης
θρᾳττίδιον
θραττίδιον
θράττον
θράττω
θραῦλος
θραυλός
θραῦμα
θραύπαλος
θραυπίς
θραυρός
θραυσάντυξ
θραῦσις
θραῦσμα
θραυσμός
θραυστήριος
θραύστης
θραυστός
Θραῦστος
θραύω
θράω
Θρέϊσσα
Θρεΐσσᾳ
θρεκτικός
θρεκτός
θρέμμα
θρεμματικός
θρεμμάτιον
θρεμματοτροφέω
θρεξ
…
θρᾶττα
Save
Bailly 2024
θρᾶττα,
ης
(
ἡ
) sorte de poisson de mer,
Arstt.
G.A.
5, 6, 2
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}