θυοσκινέω
θυοσκινέω-ῶ, v. θυοσκέω.
θυοσκινέω, [ῑ], Aesch. Ag. 87 τίνος ἀγγελίας πειθοῖ περίπεμπτα θυοσκινεῖς, Opfer in Bewegung setzen, opfern, mit der v.l. θυοσκεῖς, was Hesych. ἱεροῖς παρέχεσθαι erkl.; Lobeck zu Phryn. p. 523 vermutet θυοσκοέεις, vielleicht richtig.