θύννειος
θύννειος, of the tunny-fish
θύνν-ειος, α, ον,
- of the tunny-fish, ταρίχη θ. pickled tunny, Hices. ap. Ath. 3.116e; τὸ θ. (sc. κρέας) Clearch. 65; τὰ θ. (sc. κρέα) Ar. Eq. 354.
- II θυννεῖον, τό, tunny-fishery, IG 4.752.7 (Troezen, pl.).
θύννειος, α, ον, de thon, Ar. Eq. 354 ; Timocl. et Cléarq. (Ath. 241a, 649a).
Étym. θύννος.
θύννειος, vom Thunfisch ; ταρίχη Ath. III.116e ; τὰ θ., sc. κρέα, Thunfischfleisch, Ar. Eq. 354 ; τὸ θύννειον Ath. XIV.649a.
θύννειος, α, ον
θύννος
- of the tunny-fish: τὰ θύννεια (sc. κρέα) its flesh, Ar.