Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θόρνυμι
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θολόεις
θολομιγής
θόλος
θολός
θολόω
θολύνω
θολώδης
θόλωμα
θόλωσις
θολωτός
θονανία
θοός
θοόω
θοραῖος
θοράνας
Θοράτης
θόρε
θορεῖν
Θορεύς
θορή
Θορίκιος
Θορικόνδε
θορικός
Θορικός
θορινεῦσαι
θορίσκομαι
θόρισμα
θόρναξ
Θόρναξ
θόρνυμαι
θόρνυμι
θορνύομαι
θορόεις
θοροποιός
θορός
θόρραξ
Θόρσος
θορυβάζομαι
θορυβάζω
θορυβέω
θορύβηθρον
θορυβητικός
θορυβοποιέω
θορυβοποιός
θόρυβος
θορυβώδης
θορυβωδῶς
θορώδης
θορών
θοῦ
θουγάτηρ
θοὔδατος
Θούδιππος
Θουκλῆς
Θουκριτίδης
Θούκριτος
Θουκυδίδειος
Θουκυδίδης
Θούλη
Θούμαντις
θοὐμόφυλον
…
θόρνυμι
Save
Grieks Nederlands
θόρνυμι
en
θορνύω
[θρῴσκω] meestal med.,
paren, bespringen.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}