Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάχρυ
LSJ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καχάζω
καχασμός
κἄχεζεν
καχειμονία
καχείτης
καχεκτεύομαι
καχεκτέω
καχέκτημα
καχέκτης
καχεκτικός
κάχεκτος
καχελκής
καχεξής
καχεξία
καχέσπερος
καχεταιρεία
καχήμερος
κἀχθές
καχίλα
κάχλα
καχλάζω
καχλαίνω
κάχλασμα
καχλασμός
κάχληξ
κἀχλίδων
καχνάζει
καχομιλία
καχόμιλος
καχορμισία
κάχρυ
καχρύδια
καχρυδιάζομαι
καχρυδίας
καχρύδιον
καχρυόεις
καχρυοφόρος
κάχρυς
καχρυφόρος
καχρύω
καχρυώδης
καχυπονόητος
καχυπόνοος
καχυπόπτης
καχύποπτος
καχυποτοπέομαι
καχυπότοπος
καχυποψία
κάψα
καψάκης
καψάκιον
καψάμενος
καψάριος
καψιδρώτιον
καψικήδαλος
καψικκίδαλος
καψικός
καψιπήδαλος
κάψις
καψοί
κάω
…
κάχρυ
Save
LSJ
Bailly 2024
κάχρυ, v. κάχρυς II.
κάχρυ,
υος
(
τὸ
)
c.
κάχρυς,
Orib.
p. 90, 278 Matthäi
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}