About Report a problem

Menu

καθόρμιον

καθόρμιον, necklace

καθόρμ-ιον, τό,
  • = ὅρμος, necklace, PMagd. 42.5 (iii B.C.), LXX Ho. 2.13(15), Phot., Suid.; κάθορμον Hsch.

Saved

Recent