καλαμηφόρος
καλαμηφόρος, carrying reeds
κᾰλᾰμη-φόρος, ον,
- carrying reeds, X. HG 2.1.2 (v.l. καλαμοφόρος).
καλαμη·φόρος, c. καλαμοφόρος.
καλαμηφόρος, zum Zeichen einen κάλαμος tragend, Xen. Hell. 2.1.2.
καλαμηφόρος
κᾰλᾰμη-φόρος, ον
φέρω
- carrying reeds, Xen.