καλοποιός
καλοποιός, making beautiful
κᾰλοποι-ός, όν,
- making beautiful, c. gen., τὸ δίκαιον κ. τῆς ψυχῆς Procl. in Alc. p.327C.; creating beauty, Dam. Pr. 33, Cat.Cod.Astr. 7.101, PMag. Leid.V. 9.3; cf. καλλοποιός.
καλο·ποιός, ός, όν [ᾰ] qui fait le bien, qui fait du bien, Procl. Plat. 1 Alc. 1, 327.
Étym. καλός, ποιέω.
καλοποιός, schön, gut handelnd.