καλοπραγία Save LSJ Pape κᾰλο-πρᾱγία, ἡ, = καλοποιΐα, Sch. A.R. 3.68. καλοπραγία, [ρᾱ], ἡ, das Schön-, Gutandeln, Schol. Ap.Rh. 3.68.