καμαρωτικός
καμαρωτικός, used in vaulting
κᾰμαρ-ωτικός, ή, όν,
- used in vaulting, πήχεις POxy. 921 (iii A.D.); ὠλέναι BGU 1545.5 (iii B. C.).
καμαρωτικός, used in vaulting