Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καμεῖν
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καμάρωμα
καμάρωσις
καμαρωτικός
καμαρωτός
καμασήν
καμασῆνες
καμασῖνες
καμάσιον
καμασός
καμάσσυται
καμάσσω
καμαστίς
καματάω
καματεύω
καματηδόν
καματηρός
καματηφόρος
κάματος
καματουργία
καματόω
καματώδης
κάμβαλε
καμβατηθείς
καμβέστριον
Κάμβης
καμβολίαι
Καμβύλος
Καμβύσης
κάμε
κἀμέ
καμεῖν
Καμειραῖος
Κάμειρος
Καμερία
Καμερῖνοι
Καμέριοι
κάμηλα
καμηλάριος
καμηλασία
καμηλάσιον
καμηλάτης
καμήλειος
καμηλέμπορος
καμηληλασία
καμηληλάτης
καμηλίζω
καμηλικός
καμήλιον
καμηλίτης
καμηλοβάτης
καμηλοβοσκός
καμηλοκόμος
καμηλοπάρδαλις
καμηλοπόδιον
κάμηλος
καμηλοτροφέω
καμηλοτρόφος
καμηλώδης
καμηλών
καμηλωτή
Καμικός
…
καμεῖν
Save
Pape
καμεῖν
, aor.2 zu κάμνω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}