καμπυλόεις
καμπῠλό-εις, εσσα, εν,
- poet. for καμπύλος, ἴτυς AP 6.28 (Jul.Aegypt.).
καμπυλόεις, όεσσα, όεν [ῠ] c. καμπύλος, Anth. 6, 28.
καμπυλόεις, εσσα, εν, = καμπύλος, ἴτυς ἀγκίστρων Iul. Aeg. 6 (VI.28).