Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καμψάριος
καμψάριος, capsarius
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καμπτός
κάμπτρα
καμπτρίον
κάμπτριον
κάμπτρον
καμπτροποιός
καμπτροφόρος
κάμπτω
καμπυλαύχην
καμπυλέω
καμπύλη
καμπυλιάζω
Καμπύλινος ποταμός
καμπύλλω
καμπυλόγραμμος
καμπυλοειδής
καμπυλόεις
καμπυλόομαι
καμπυλόπρυμνος
καμπυλόρριν
καμπυλόρρινος
καμπύλος
καμπυλοσαλπιστής
καμπυλότης
καμπύλοχος
καμπυλόω
κάμψα
Κάμψα
καμψάκης
καμψάνεμα
καμψάριος
καμψεῖον
κάμψη
καμψιδίαυλος
καμψικίζω
καμψίον
καμψίουρος
καμψίπους
κάμψις
καμψόδυνος
καμψός
κάμω
κάμων
κάν
κἄν
κἀν
Κανά
Κανᾶ
κανάβευμα
κανάβινος
κανάβιος
καναβιουργός
κάναβις
κάναβος
κάναδοι
κανάζω
Κάναθα
κάναθρον
Κάναι
Κανάκη
κάνακις
…
καμψάριος
Save
καμψάριος, capsarius
LSJ
καμψάριος, ὁ,
= Lat.
capsarius,
Edict.Diocl.
7.75.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}