καραιβαράω Save LSJ Bailly 2024 Pape καραιβαράω, v. καρηβαρέω. καραιβαράω-ῶ [ᾰβᾰ] c. καρηβαρέω, Phérécr. fr. 167. καραιβαράω, = καρηβαρέω, Pherecr. Eust. 1461.27 ; auch bei Luc. Lex. 13 ist καραιβαρέω v.l.