καρανιστήρ
καρανιστήρ, beheading, capital
κᾰρᾱν-ιστήρ, ῆρος, ὁ, ἡ,
- beheading, touching the head, κ. δίκαι A. Eu. 186:—also κᾰρᾱν-ιστὴς μόρος E. Rh. 817.
καρανιστήρ, ῆρος [ᾰᾱ] adj. m. c. le suiv. Eschl. Eum. 186.
καρανιστήρ, [ρᾱ], ῆρος, ὁ (κάρα, das Verb. καρανίζω findet sich nicht), = καρανιστής, δίκαι Aesch. Eum. 177.
καρανιστήρ
κᾰρᾱνιστήρ, ῆρος,
- beheading, capital, Aesch.