κασωρικός
κασωρικός, brothel
κᾰσωρ-ικὸς δόμος
- brothel, cj. in Hippon. 74:—also κᾰσώρ-ιον, τό, Ar. Eq. 1285 ap. St.Byz. s.v. Κασώριον (κασωρεῖον Hsch.); cf. κασαυρεῖον.
κασωρικός, ή, όν [ᾰ] de prostituée, Hippon. fr. 74.
Étym. cf. le préc.