καταγορασμός
καταγορασμός, buying up, purchase
κατᾰγορ-ασμός, ὁ,
- = foreg., Milet. 7.28 (ii B.C.); σίτου IG 12(9).900c2 (Chalcis, ii B.C.), D.S. 16.13.
καταγορασμός, οῦ (ὁ) [ᾰγ] achat fait au marché, achat, DS. 16, 13.
Étym. καταγοράζω.
καταγορασμός, ὁ, das Ankaufen, σίτου, DS. 16.13.